Σάββατο, 25 Μαΐου 2013

"Σύσταση και συμμορία (άρθρο 187 ΠΚ)"

Ήθελα να το κάνω από καιρό αλλά δεν είχα σχεδόν καθόλου οπτικό υλικό –βλέπεις, σε κάθε γύρισμα αυτοί οι τύποι φροντίζουν να καταγράφουν τους άλλους, όχι τους εαυτούς τους. Ευτυχώς τώρα είναι μαζί μας εκείνο το καλό κορίτσι η Κατερίνα η Αρχιμανδρίτου, έχω επιτέλους κάποιες φωτογραφίες του συνεργείου  του «Εδώ δεν υπάρχει Άσυλο», μπορώ να γράψω δυο λόγια, μπορώ να τους καταγράψω…

Όταν δεν υπάρχει ντουντούκα χρησιμοποιείται η φωτογράφος για να επικοινωνήσει ο σκηνοθέτης με τους ηθοποιούς (Κατερίνα Αρχιμανδρίτου, Μιχάλης Καφαντάρης)
 Και για να το κάνω αυτό θα πρέπει να πάω πίσω –κάμποσα χρόνια πίσω… Όταν πήρα ένα μέιλ από κάποιον άγνωστο που μου έλεγε οτι του αρέσει το μπλογκ μου, οτι παίζει σ΄ένα συγκρότημα κι άμα έχω χρόνο να πιούμε καμιά μπύρα. Μου έστελνε κι ένα λινκ να δω το συγκρότημά του από ένα λάιβ. Ακολούθησα το λινκ κι έτσι ήρθα για πρώτη φορά σε επαφή με τους Ded City Jetz. Συγκροτηματάρα! Έμαθα οτι άνοιγαν την τελευταία συναυλία επανεμφάνισης των Last Drive στο Gagarin –θυμάσαι, το τριήμερο που βγήκαμε οι κωλόγεροι από τους τάφους μας και πήγαμε να αφηνιάσουμε παρέα με τους πιτσιρικάδες! Εκείνο το βράδυ οι Ded City Jetz άνοιγαν τα ινδάλματά τους και γι΄αυτό παίξανε στον ουρανό. «Ποιος είναι ο δικός μας;» είχα ρωτήσει τη γυναίκα μου. «Εκείνος με μπάσο που χορεύει όλη την ώρα». Άψογος!
Την επομένη κανονίσαμε να πιούμε τη μπύρα –έβρεχε του σκοτωμού θυμάμαι, κι όταν πήγα στο μαγαζί έμαθα οτι αυτός ο τύπος είχε έρθει με ποδήλατο –γκαραζοπάνκης με ποδήλατο; είχα απορήσει! Αυτή ήταν μια από τις πολλές πλευρές του Νίκου του Χανιώτη με τον οποίο κάνω παρέα από τότε, πάνε κοντά 8 χρόνια. Συνηθίζουμε να ξενυχτάμε συνεχίζοντας εκείνη την πρώτη μπύρα που δε λέει να τελειώσει και μιλάμε πολύ –ήταν μάλλον από τους πρώτους στον οποίο μίλησα για το ντοκυμαντέρ. «Πολύ καλή ιδέα –άντε, να βγει κάτι της προκοπής», είχε ευχηθεί. Και η κουβέντα είχε μείνει εκεί.
Άμα δεν είναι μέσα στο ρυθμό ο Διευθυντής Φωτογραφίας πώς θα έχει ρυθμό η ταινία; Νίκος Χανιώτης (Διευθυντής Φωτογραφίας και μπασίστας)
Κάποτε έγραφα μια ιστορία για το ’80 στο μπλογκ μου και είχε σχολιάσει ένας άλλος μπλόγκερ –του είχε αρέσει μια έκφραση που χρησιμοποιούσαμε παλιά, λέγαμε «αυτοί εδώ δεν ξεμπερδεύουν ούτε με 10 Μπαμπελούλες τώρα» για να περιγράψουμε οτι ένα συγκρότημα είχε ξεσηκώσει τον κόσμο. Ανταλλάσσαμε σχόλια, κάναμε πλάκες, είχε αναπτυχθεί μια οικειότητα χωρίς να έχουμε ποτέ συναντηθεί. Όταν ξεκίνησα να ψάχνομαι για σκηνοθέτη του ντοκυμαντέρ, απευθύνθηκα σε διάφορους –αλλά δεν καθόταν το πράγμα. Είχαν αυτή την άποψη, οτι δηλαδή με βοηθάνε να πραγματοποιήσω το όνειρό μου –εμένα αυτό με ενοχλούσε γιατί αν το ντοκυμαντέρ δεν ήταν και δικό τους όνειρο πώς διάολο θα του έδιναν ψυχή; Αν ήταν να περιμένουν από μένα να τους πω πώς θα το κάνουν –ζήτω που καήκαμε! Γιατί αν ήξερα εγώ πώς να γίνει, θα το σκηνοθετούσα μόνος μου –έτσι δεν είναι;
Ο Μιχάλης Καφαντάρης επιχειρεί να κατεβάσει την μπάλα μέχρι το αντίπαλο καλάθι, ο Νίκος ο Χανιώτης τον καταγράφει και η Όλυα Λαζαρίδου απορεί περί του πού είναι η μπάλα.

 Εκεί λοιπόν που είχα απογοητευτεί περί σκηνοθέτη, ρίχνει την ιδέα η γυναίκα μου: «Ρε συ, ο Μιχάλης από το Ένοχο Παρελθόν, σκηνοθέτης δεν είναι;  Και μάλιστα έχει κάνει ήδη ένα ντοκυμαντέρ για το ροκ εν ρολ στην Ελλάδα!» Είδα κομμάτια αυτού του ντοκυμαντέρ στο youtube –πολύ ωραίο μου φάνηκε και είχε τρομερό ρυθμό, πράγμα το οποίο μετράει πολύ για μένα σε μια ταινία.
Εκείνη την εποχή ήμουν σε επαφές με μια εταιρεία παραγωγής η οποία μού είχε προτείνει έναν σκηνοθέτη και τον είχα απορρίψει γιατί δεν μου κόλλαγε πολύ η αισθητική του, άσε που ζητούσε ένα σκασμό λεφτά! Παίρνω τον Μιχάλη τηλέφωνο, κανονίζουμε να συναντηθούμε –βρισκόμαστε και κολλάμε με τη μία! Καταλαβαίνει τι θέλω να κάνουμε χωρίς πολλές κουβέντες, μου δηλώνει κατευθείαν οτι ενδιαφέρεται να σκηνοθετήσει το ντοκυμαντέρ –συμφωνούμε και χωρίζουμε ευτυχισμένοι, νιώθω κι εγώ ήσυχος που επιτέλους βρήκα τον σκηνοθέτη μου! Αλλά έχω υπολογίσει χωρίς την εταιρεία παραγωγής η οποία επιμένει οτι θέλει κάποιον καταξιωμένο σκηνοθέτη να κάνει το ντοκυμαντέρ και μάλιστα χωρίς να πληρωθεί εκ των προτέρων! Αδιέξοδο! Ψάξιμο πάλι από την αρχή και, εντελώς ανέλπιστα, βρίσκω αυτό που μου ζήτησαν. Και καταξιωμένο σκηνοθέτη και γνωστό κι απ΄όλα! Παίρνω τηλέφωνο το Μιχάλη με τα μούτρα στο χώμα. «Δεν πειράζει ρε φιλαράκο», μου λέει, «να τον πάρεις, θα σε βοηθήσει –είναι και γνωστός θα σου ανοίξει πόρτες, αυτό είναι το καλύτερο για την ταινία σου –καμιά παρεξήγηση». Εκτιμώ τη στάση του και αποφασίζω οτι εδώ πέρα έχω βρει έναν πραγματικό φίλο. Ξεκινάω με τον γνωστό και καταξιωμένο σκηνοθέτη –περνάμε γύρω στους 6 μήνες στα κανονίσματα και άκρη δεν βγαίνει. Δεν ταιριάζουμε ρε παιδί μου –άλλο σκέφτομαι εγώ, άλλο θέλει να κάνει εκείνος. Κάθομαι στα παλούκια –ή πρέπει να προχωρήσω σε κάτι που δεν έχει σχέση με την αρχική μου ιδέα, ή πρέπει να επιμείνω σε αυτήν και να χάσω την εταιρεία παραγωγής. Επιλέγω το δεύτερο –ρίχνω τα μούτρα μου και ξαναπαίρνω τον Μιχάλη. Υπολογίζω οτι αν με διαολοστείλει θα έχει όλα τα δίκια τού κόσμου αλλά δεν το κάνει. «Αφού στο είπα –καμιά παρεξήγηση, πάμε να το κάνουμε μαζί –μόνο μη μου κάνεις καμιά μαλακία κι αλλάξεις γνώμη στην πορεία», μου ξεκαθαρίζει. Εκείνη τη μέρα αποφασίζω οτι το ντοκυμαντέρ θα γράφει: Σκηνοθεσία – Μιχάλης Καφαντάρης, ή δε θα γράφει τίποτα γιατί απλώς δεν θα γίνει.

Ο σκηνοθέτης είναι πάντα μια πατρική φιγούρα για τους ηθοποιούς. Μιχάλης Καφαντάρης, Θοδωρής Βλαχάκης, Κώστας Μάστορης, Νίκος Χανιώτης, Τάκης Πολυχρονόπουλος

Περνάμε κάνα μήνα δουλεύοντας το σενάριο του ντοκυμαντέρ κι ετοιμαζόμαστε να στήσουμε το συνεργείο, ψάχνοντας παράλληλα για εταιρεία παραγωγής. Τυχαίνει τώρα ο Μιχάλης να μένει πολύ κοντά με τον Νίκο τον Χανιώτη κι έτσι βρισκόμαστε όλοι μαζί να πίνουμε μπύρες στην Ακαδημία Πλάτωνος. Αυτοί οι δυο τώρα, κολλάνε με το καλησπέρα –έχουν ίδια αισθητική, ίδιες απόψεις, γουστάρουν άπειρα το χαζολόγημα που οι κινηματογραφάνθρωποι ονομάζουν ρεπεράζ. Τους βλέπω και τους χαίρομαι, επειδή χαίρομαι όταν οι φίλοι μου γίνονται φίλοι με τους φίλους μου –είμαι υπέρ της ανεξάντλητης φιλίας, ένα πράγμα! Και μου έρχεται η ιδέα: «Ρε Νίκο, σχολή σκηνοθεσίας έχεις πάει, σαν φωτογράφος δουλεύεις  –γιατί δεν έρχεσαι να κάνεις διεύθυνση φωτογραφίας στο ντοκυμαντέρ;»
Ο Νίκος είναι τύπος που δε μιλάει πολύ αλλά ότι λέει το εννοεί. Αν σου πει οτι θα κάνει κάτι, πες οτι έγινε ήδη! Το σκέφτεται, το αποφασίζει, δέχεται –κλείνουμε. Γίνονται δύο τα ονόματα που θα γράφει οπωσδήποτε στην ούγια το ντοκυμαντέρ. Κι επειδή δεν έχουμε βρει κάμερα μαν, ο Νίκος αναλαμβάνει και την κάμερα –μέχρι νεωτέρας.
Αυτοί οι δυο βλέπουν πάντα το ίδιο πράγμα, ακόμα κι όταν δεν κοιτάζουν προς την ίδια μεριά. Μιχάλης Καφαντάρης, Νίκος Χανιώτης, Τάκης Πολυχρονόπουλος

Κάπως έτσι φτάνουμε στο πρώτο δείγμα γραφής του ντουέτου Μιχάλης Καφαντάρης –Νίκος Χανιώτης, οι οποίοι αναλαμβάνουν να κάνουν ένα makinof του There is no Asylum here (του τραγουδιού του ντοκυμαντέρ που έχει ετοιμάσει ο Κώστας ο Μάστορης) και καταλήγουν σε ένα βιντεοκλίπ το οποίο, για μένα, είναι συναρπαστικό. Εκείνο το διάστημα είμαστε σε επαφές με κάποια άλλη εταιρεία παραγωγής –μπας και μας αναλάβει –βλέπουν οι άνθρωποι το βιντεοκλίπ κι αναρωτιούνται: «εμάς τι μας χρειάζεστε;» Τι να τους πούμε; Οτι το βιντεοκλίπ γυρίστηκε με μια βιντεοκάμερα της πυρκαγιάς, για φωτισμό είχαμε μια λάμπα με μπαλαντέζα κι όταν θέλαμε να στήσουμε σκηνικό απλώς κάποιος κρατούσε το μαύρο παλτό του Μιχάλη για φόντο;
Ατυχήματα συμβαίνουν κι όταν δεν συμβαίνουν τα σκηνοθετούμε. Θοδωρής Βλαχάκης σε ρόλο ανησυχούντος συγγενούς, Κώστας Μάστορης σε ρόλο εμφραγματία μπασκετμπολίστα, Μιχάλης Καφαντάρης σε ρόλο μεταφορέα.

Η περιοδεία μας για αναζήτηση εταιρείας παραγωγής έληξε ένα ηλιόλουστο μεσημέρι όταν ο Νίκος είπε: «Αν είμαστε αποφασισμένοι να το κάνουμε, ας το κάνουμε μόνοι μας –μπορούμε». Αφού ο Νίκος είπε οτι μπορούμε δεν χρειαζόταν τίποτα άλλο να ειπωθεί –έτσι ξεκινήσαμε.

Και κάπως έτσι ξεκίνησε να φτιάχνεται αυτό το συνεργείο.

Όλυα Λαζαρίδου, Έλενα Αθανασίου, Μιχάλης Καφαντάρης, Νίκος Χανιώτης, Δημήτρης Παπαδάκης.

Με τον Μιχάλη τον Καφαντάρη που, για μένα, είναι ότι σκεφτόμουν όταν έψαχνα για σκηνοθέτη –ο άνθρωπος είναι ικανός να γυρίσει καράτε με κουτσούς –και φυσικά, είναι άπιαστος στο μοντάζ. «Δεν μπορώ να σκεφτώ οτι ο σκηνοθέτης δεν θα κάνει το μοντάζ», λέει κι έχει δίκιο. Γιατί στα γυρίσματα βλέπει, όχι μόνο την ταινία που γυρίζει, αλλά και τα πλάνα που θα πετάξει στο μοντάζ και τα ζητάει κι αυτά!
Με τον Νίκο το Χανιώτη που συνεννοείται τηλεπαθητικά με τον Μιχάλη –ο ένας σκέφτεται κι ο άλλος τραβάει, λένε κάτι συνωμοτικά μεταξύ τους, «το πήρες αυτό;», «το ΄χω ήδη» -ποιο αυτό ρε μάγκες; Ο ένας κοιτάζει στο βουνό κι ο άλλος στη θάλασσα κι αν τους ρωτήσεις, το αυτό είναι ένα σύνθημα στον τοίχο που κανένας άλλος δεν είδε πριν από μισή ώρα όταν το προσπερνάγαμε! Ο Νίκος έχει σιδερένιο, μασίφ, χέρι όταν χειρίζεται την κάμερα και είναι βιρτουόζος στα κοντινά –ξέρει οτι όλοι οι άνθρωποι είναι όμορφοι από μια συγκεκριμένη γωνία κι από εκεί τους τραβάει πάντα, σου δίνει δυο ώρες υλικό και δε βρίσκεις σχεδόν τίποτα να πετάξεις!
Πατέντες λόγω έλλειψης μέσων. Ο Βασίλης Ζερβακάκης σε ρόλο φωτιστή (ή μάλλον σκιαστή)

Θυμάσαι τους Ded City Jetz; Είχαν έναν κιθαρίστα τον Βασίλη τον Ζερβακάκη –φόλα Στραμερικό, που πολύ τον γούσταρα στα λάιβ. Κι εκείνος γουστάρει το θέμα του ντοκυμαντέρ –αφορά τα συγκροτήματα με τα οποία μεγάλωσε, ο Βασίλης λοιπόν είναι ο φροντιστής μας. Δεν ξέρω τι κάνει ένας φροντιστής στις άλλες παραγωγές αλλά ο Βασίλης κάνει τα πάντα. Φέρνει παγωτά όταν η κούραση μετατρέπεται σε νεύρα, κουβαλάει, στήνει, ξεστήνει, δουλεύει την κάμερα όταν δεν υπάρχει άλλος, προσέχει το τι λέγεται στις συνεντεύξεις, φωτίζει, σκιάζει, ξυρίζει, ανάβει, γράφει κι απλουστεύει τη ζωή, όπως έλεγε και η παλιά εκείνη διαφήμιση.
Ο Δημήτρης ο Παπαδάκης απορεί

Ο ηχολήπτης, συνήθως, δεν είναι κανονικό μέλος ενός συνεργείου –έρχεται, ηχογραφεί, φεύγει. Κι έτσι κάπως τα υπολογίζαμε στο ξεκίνημα  τα πράγματα με τον Γιάννη τον Αντύπα, ας πούμε πιο επαγγελματικά. Αλλά μόνο έτσι δεν ήταν. Ο Γιάννης ο Αντύπας κι ο Δημήτρης ο Παπαδάκης που μας κάνουν ηχοληψία έρχονται, μπαίνουν κανονικά στο πνεύμα του γυρίσματος και φεύγουν τελευταίοι –καμιά ώρα μετά από τότε που τους έχουμε πει «αυτό ήταν, δεν υπάρχει κάτι άλλο να κάνετε». Δεν είναι μόνο οτι μαζί τους έχουμε ξεχάσει το θέμα ήχος, που είναι τρομερά κρίσιμο για κάθε ταινία, είναι οτι αυτοί οι τύποι έχουν πάρει το ντοκυμαντέρ προσωπικά –βοηθάνε τον σκηνοθέτη, βοηθάνε τον φροντιστή, βοηθάνε τον κάμερα μαν, δεν έχουν όρια του στυλ «εγώ ήρθα για να κάνω αυτό και μόνο».
Ο Βασίλης Ζερβακάκης σκιάζει την κάμερα κι ο Μιχάλης Καφαντάρης σκιάζει τον Ζερβακάκη (γι΄αυτό χρειάζεται το storyboard!) Κανένας δεν σκιάζει τον ηχολήπτη βεβαίως!
Τώρα, κοίτα πώς πάει το όλο θέμα –εγώ έγραψα ένα σενάριο στο οποίο βασίζεται ο Μιχάλης για να γυρίσει κάτι μεγαλύτερο, ας πούμε οτι κάνει την κινηματογραφική διασκευή του σεναρίου. Αυτό το καινούργιο σενάριο το καταγράφει η Έλενα η Αθανασίου η βοηθός του. Η Έλενα είναι ο άνθρωπος που φροντίζει να μη χαθεί τίποτα από την πρόβα μέχρι το γύρισμα της σκηνής και μετά φροντίζει ώστε ο Μιχάλης να έχει τα πάντα δίπλα του, ν΄απλώνει το χέρι και να πιάνει ένα τσιγάρο, ένα storyboard, έναν ηθοποιό, ένα ποτήρι με καφέ –τα πάντα. Οι κάρτες από τις μηχανές είναι πάντα άδειες και οι μπαταρίες πάντα γεμάτες επειδή υπάρχει η Έλενα.
Η Έλενα Αθανασίου κοιτάζει τη δουλειά της, ασυγκίνητη από τις χορευτικές ικανότητες του Κώστα Μάστορη

Ως γνωστόν οι κάμερες δεν τραβάνε από μόνες τους, αυτό συνήθως το αναλαμβάνει ο Ραφαήλ ο Κομίνης (ένας καταπληκτικός τύπος που εμφανίστηκε στο πρώτο μας γύρισμα και μπήκε γρήγορα στο κλίμα του ντοκυμαντέρ) κι ο Αντρέας ο Μανίτης  (επίσης γνωστός μου μέσα από το μπλογκ και φοβερό άτομο –αρκεί να σου πω οτι την πρώτη συνέντευξη του ντοκυμαντέρ, αυτή με τον Κώστα τον Μάστορη που τη χρησιμοποίησα σαν κράχτη για τις εταιρείες παραγωγής, την είχε τραβήξει εκείνος –ήρθε από την Κρήτη στα Κύθηρα για να το κάνει!)

Και βέβαια, η καινούργια προσθήκη στην ομάδα –η Κατερίνα Αρχιμανδρίτου, το κορίτσι που κυκλοφορεί (σχεδόν αόρατο) με μια κάμερα στο γύρισμα και μετά σου στέλνει ανέλπιστο φωτογραφικό υλικό.

Αυτό είναι το συνεργείο.

Κι εγώ υποστηρίζω οτι αυτό το συνεργείο είναι το καλύτερο στην Αθήνα –υπερβολή νομίζεις; Κάτσε να το αιτιολογήσω:
Τι είναι εκείνο που μετράει στην αξιολόγηση ενός κινηματογραφικού συνεργείου; Προφανώς η επάρκεια των μελών του στην κινηματογράφιση και η πληρότητα των μέσων που διαθέτουν. Το δικό μας συνεργείο γνωρίζει τι θέλει να κάνει και πώς να το κάνει και αναπληρώνει τα μέσα που του λείπουν με ένα σωρό πατέντες και ιδιοκατασκευές –γιατί όταν βγει η ταινία στους σινεμάδες κανένας δεν θα ενδιαφερθεί σχετικά με το ποια μέσα διαθέταμε, αν δεν σταθούμε σε επίπεδο ταινίας δεν υπάρχει κανένας λόγος να βγούμε στις αίθουσες!
Πέρα από αυτό, το συνεργείο είναι και συμμορία –κάποιοι άνθρωποι αφιερωμένοι σ΄έναν σκοπό, με τους δικούς τους κώδικες συνεννόησης και τις δικές τους ιδιαιτερότητες –τέτοιοι είμαστε.
Οι καλλιτέχνες σε στιγμές χαλάρωσης (πάντα κάτω από το άγρυπνο μάτι του συνεγείου). Όλυα Λαζαρίδου, Τάκης Πολυχρονόπουλος, Θοδωρής Βλαχάκης

Αλλά για μένα, υπάρχει ένα στοιχείο που ορίζει τη σημαντικότητα του συγκεκριμένου συνεργείου κι αυτό είναι η αποδοχή του από τους άλλους. Έχουμε γυρίσει ένα σωρό μουσικούς από τα συγκροτήματα της Ανεξάρτητης σκηνής του ’80 και δεν έχει φύγει ένας χωρίς να πει: «πέρασα καλά, πότε είναι το επόμενο γύρισμα;»  Το ίδιο ισχύει και για τις ηθοποιούς που έρχονται για πρόβες και στο γύρισμα νιώθοντας οτι συμμετέχουν σε κάτι που αξίζει.
Έχουμε δείξει τα teaser από τα γυρίσματα σ΄ένα κάρο κόσμο –και οι πιο απαιτητικοί κριτές είναι τα ίδια τα συγκροτήματα – δεν έχουμε εισπράξει ούτε μισό αρνητικό σχόλιο (και ως γνωστόν, όταν το θέμα σε αφορά, όπως αφορά αυτά τα συγκροτήματα, οι ευγένειες πάνε περίπατο). Μας έχουν πει οτι περιμένουν πολλά από αυτή την ταινία και αυτό είναι η μεγαλύτερη ανταμοιβή μας, γιατί κι εμείς πιστεύουμε οτι τους αξίζουν πολλά –άσε που αν δεν υπάρχουν αυξημένες απαιτήσεις, δεν υπάρχει πρόκληση –αλλά αυτό το συνεργείο τρέφεται από τις προκλήσεις.

Στα διαλλείματα των γυρισμάτων μού αρέσει να τους χαζεύω –το Νίκο σωριασμένο σε κάποιο πάγκο να προσπαθεί να μαζέψει λίγη ξεκούραση, τον Βασίλη διπλωμένο στα δυο να κρατάει το κεφάλι του, το Μιχάλη χαμένο στις σκέψεις του να κοιτάζει το πουθενά, το Δημήτρη να στάζει ιδρώτα, την Έλενα σκυμμένη πάνω σ΄ένα λάπτοπ…
Ξέρω πώς, ότι γίνεται με κόπο αξίζει τον κόπο αλλά ξέρω κιόλας πώς, όταν θα φωνάξει ο Μιχάλης «πάμε πάλι!» όλοι τους θα βρεθούν δίπλα του φρέσκοι σαν την αυθάδεια. Κι αυτό με κάνει να υποστηρίζω οτι έχουμε το καλύτερο συνεργείο της Αθήνας –αντίρρηση κανείς;
Υπάρχει καμιά αμφιβολία περί του οτι αυτοί οι δυο λειτουργούν σαν ένα άτομο;

Τρίτη, 14 Μαΐου 2013

«Κάνοντας μια μικρή ιστορία, μεγάλη»

Υπάρχει αυτή η αγγλική έκφραση –to cut a long story short (υπάρχει και σχετικό τραγούδι αλλά είναι πολύ ξενέρωτο για να το επικαλεστώ) –σημαίνει «για να μην τα πολυλογούμε» όπως γνωρίζεις… Κι αυτό ακριβώς σήμαινε για μένα μέχρι χτες το βράδυ όταν ανακάλυψα την αντίθετή της –to cut a short story long!  Δεν πάει να πει «για να τα πολυλογούμε» -αλλά «να κάνουμε μια μικρή ιστορία, μεγάλη» -αυτό ακριβώς συνέβη στο Κυριακάτικο γύρισμα του «Εδώ δεν υπάρχει Άσυλο».

Κυριακή, 12 το μεσημέρι, «ντάλα ο ήλιος στου Χαριλάου», όπως ξεκίναγε πάντα τις περιγραφές του (ακόμα κι όταν έριχνε καρεκλοπόδαρα στη Θεσσαλονίκη) ο εκφωνητής των αγώνων του Άρη στην ΕΙΡΤ –κι εμείς βράζουμε προσπαθώντας να φτάσουμε στο καταραμένο Σπόρτινγκ. Δεν θυμάμαι πόσες συναυλίες έχω δει σ΄αυτό το ρημάδι αλλά συνειδητοποιώ οτι είναι η πρώτη φορά που προσπαθώ να το προσεγγίσω με αυτοκίνητο –όλες τις προηγούμενες πήγαινα με τα πόδια, έβγαινα από τον Ηλεκτρικό και περνούσα μέσα από τους παραταγμένους μπάτσους ή άραζα τη μηχανή σε κάποιο απόμερο στενό παραπίσω (μη γίνει τίποτα ντου και την πάρουν παραμάζωμα)… Στριφογυρίζουμε λοιπόν με το φορτωμένο αυτοκίνητο και το γήπεδο τού Σπόρτινγκ είναι άπιαστο όνειρο –το βλέπουμε, βλέπουμε το υπόλοιπο συνεργείο να μας κοιτάζει καθώς περνάμε κάτω από τη γέφυρα αλλά δεν μπορούμε να το πλησιάσουμε! Καλωσήρθατε σε ένα ακόμα γύρισμα –όταν το κέντρο της Αθήνας μποτιλιάρεται από αυτοκινητάδες που ψάχνουν να φύγουν προς τις παραλίες, το συνεργείο του ντοκυμαντέρ ξεροψήνεται στην είσοδο του Σπόρτινγκ!
Φωτογραφία: Κατερίνα Αρχιμανδρίτου
Επειδή αυτή είναι η μέρα που θα γυρίσουμε κάποιες από τις εισαγωγικές σκηνές του ντοκυμαντέρ, αυτή τη μέρα θα γυρίσουμε το «Όλα ξεκίνησαν από μια σαχλαμάρα». Τι προβλέπει το σενάριο; Λίγα πράγματα (η short story που λέγαμε) –την Αγρία Τριάδα (Θοδωρής Βλαχάκης, Κώστας Μάστορης, Τάκης Πολυχρονόπουλος) να αφηγούνται τις αναμνήσεις τους από την ιστορική  συναυλία των Police (1980) και το σημαδιακό Τριήμερο Ανεξάρτητου Ροκ (1982), την Όλυα Λαζαρίδου και τη Βάσω Καμαράτου σε δυο μικρές σκηνές μυθοπλασίας. Αυτά προβλέπει το σενάριο αλλά ο Μιχάλης ο Καφαντάρης βλέπει κάμποσο μακρύτερα, η Αγρία Τριάδα είναι ασυγκράτητη, η Όλυα Λαζαρίδου ερμηνεύει σαν ανεμοστρόβιλος (της ζητάς να δείχνει θλιμμένη κι όταν πας να τσεκάρεις τη λήψη κλαίει η οθόνη από συγκίνηση) και η Βάσω βγάζει τόση ωμή δύναμη που αποφεύγω να κοιτάξω όσο την κινηματογραφούν –δεν ξέρω κιόλας, νιώθω και κάπως αμήχανα ρε παιδί μου, επειδή εγώ έχω φτιάξει το σενάριο που απογειώνουν αυτοί οι άνθρωποι εκεί πέρα… Κάπως έτσι η «μικρή ιστορία» καταλήγει μεγάλη –κοίτα τι συνέβη δηλαδή….

Κατά πρώτον υποδεχόμαστε ένα κι ένα καινούργια μέλη στο συνεργείο του Ασύλου –η Κατερίνα Αρχιμανδρίτου είναι μαζί μας φωτογραφίζοντας το γύρισμα και ο Μέγιστος Φροντιστής των Βαλκανίων και των Παραδουνάβιων Ηγεμονιών Βασίλης Ζερβακάκης σύντομα θα γίνει πατέρας (αυτό θα είναι το πρώτο μωρό του Ασύλου)! Ξεκινάμε λοιπόν κεφάτοι παρ΄όλη την ταλαιπωρία, το λιοπύρι και το κλειστό γήπεδο του Σπόρτινγκ (όταν λέω ‘κλειστό΄δεν εννοώ οτι έχει σκεπή από πάνω του, εννοώ οτι έχει λουκέτα στις πόρτες).
Ο Μιχάλης το έχει βέβαια προβλέψει οτι δεν θα καταφέρουμε να κάνουμε γύρισμα εκεί μέσα κι έχει «πειράζει» την πλοκή –οι Τρεις Αλητάμπουρες που ξεκίνησαν να μπουν στο κλειστό γήπεδο καταλήγουν λίγο παρακάτω (σ’ ένα απίθανο γηπεδάκι στη μέση του πουθενά) να κοπανάνε τις μπασκέτες….
Φωτογραφία: Κατερίνα Αρχιμανδρίτου
Κατά δεύτερον, κάνει ζέστη. Κουφόβραση. Ο ήλιος βαράει καρφί στα κεφάλια μας, ένα σύννεφο μαυρίζει τον ορίζοντα (αλλά βέβαια δεν κρύβει τον γαμωήλιο) και η υγρασία κάποιας καταιγίδας με συμπεριφορά γκόμενας-ντίβας (α, έφτασες; ξεκινάω να έρθω κι εγώ!) κάνει τα πράγματα ανυπόφορα. Πρέπει να βρούμε μέρος για γύρισμα που να μην το καίει ο ήλιος, πρέπει να προστατέψουμε την κάμερα και την Αγρία Τριάδα η οποία θα δώσει συνεντεύξεις –αλλά τότε βλέπουμε οτι αυτοί οι τρεις έχουν πλακωθεί να παίζουν μπάσκετ! Μέσα στη ντάλα, με μαύρες μπλούζες να κυνηγιούνται σαν κανίβαλοι –και δώστου μπασίματα, και δώστου ραβέρσες και «μάζεψέ τους γιατί δεν το΄χουν σε τίποτα να πάθουν καμιά θλάση στα καλά καθούμενα», λέω στο Μιχάλη. Ο οποίος έχει βάλει ήδη την κάμερα να γράφει! Και δίνει κι οδηγίες! Σχετικά με το μπάσκετ! Και μετά παίρνει τον καθένα παράμερα κι έτσι, αφρισμένο, τον ρωτάει για τη συναυλία των Police στο Σπόρτινγκ! Κι όσο ο καθένας τους μιλάει στην κάμερα, από πίσω του, οι άλλοι δύο οργιάζουν! Ακούω τι λένε και βλέπω τι γίνεται –έχουμε κάποιες καταπληκτικές σκηνές τις οποίες δεν θα μπορούσε να φανταστεί σεναριογράφος. Γιατί αυτοί οι τύποι είναι σενάρια από μόνοι τους!
Φωτογραφία: Κατερίνα Αρχιμανδρίτου
 Βέβαια, ο καλός σκηνοθέτης είναι, αναγκαστικά, κακός άνθρωπος κι έτσι ο Μιχάλης αφού τους αφήνει να λυσσάξουν, τους πλευρίζει την ώρα που έχουν σωριαστεί δίπλα στο ψυγειάκι με τα νερά. «Ωραία το πήγατε παιδιά, ελάτε τώρα να το ξανακάνουμε!» Ο Θοδωρής ο Βλαχάκης γυρίζει προς το μέρος μου: «θέλετε να μας εξοντώσετε, έτσι;» ρωτάει –το παίζω κινέζος. Οι επόμενες σκηνές μπάσκετ-συνεντεύξεων είναι βγαλμένες κατευθείαν από το «Straight to Hell» του Alex Cox, όποιος έχει δει την ταινία θα καταλάβει, όποιος δεν την έχει δει θα νιώσει…  Θυμάμαι όσους αμφισβητούσαν το εγχείρημα της μυθοπλασίας με τη συμμετοχή και μελών συγκροτημάτων πέραν των ηθοποιών («σαν αγγούρια θα δείχνουν», μας είχαν πει από κάποια εταιρεία παραγωγής). Δίπλα μου είναι η Βάσω η Καμαράτου, «πώς σου φαίνονται;» τη ρωτάω, «δεν παίζονται με τίποτα!» λέει. Και περιμένει πότε θα διακοπεί το γύρισμα να πάει κι εκείνη να παίξει μαζί τους.
Η σκηνή γυρίζεται ακόμα μια φορά (η «ευτυχία» του να διαθέτεις μόνο μια κάμερα σε τέτοιου είδους γυρίσματα!) και πλέον οι καλλιτέχνες τα έχουν φτύσει. Γιατί δεν φτάνει που τους έχουμε να παίζουν μπάσκετ μέσα στο λιοπύρι, πρέπει ταυτοχρόνως και να καπνίζουν! Ο Πολυχρονόπουλος που είναι εντελώς Ευρωπαίος ο άνθρωπος έχει πάρει να γίνεται κατακόκκινος από τον ήλιο σαν Εγγλέζος τουρίστας, ο Μάστορης δείχνει οτι μπορεί να βγάλει ακόμα ένα ημίχρονο (εφόσον τον χρειάζεται η ομάδα) κι ο Βλαχάκης ψάχνει ευκαιρία να μας δηλώσει οτι καταρρέει αλλά κανένας σχεδόν δεν τον πιστεύει! «Μου είπε ο Θανάσης οτι έκανες κάποια εποχή κλασσικό μπαλέτο κι έλεγα να ξαναπάμε τη σκηνή με το μπάσκετ αλλά τώρα εσύ θα είσαι πίσω από τους υπόλοιπους και θα κάνεις πιρουέτες», του λέει ο Μιχάλης. «Δηλαδή, εκτός από έμφραγμα θες να πάθω ΚΑΙ εγκεφαλικό», λέει τρομοκρατημένος ο Βλαχάκης μέχρι να πάρει χαμπάρι οτι ο Μιχάλης του κάνει πλάκα.
Φωτογραφία: Κατερίνα Αρχιμανδρίτου

Τότε έρχεται η Όλυα. Κι αυτομάτως το συνεργείο μετατρέπεται σε θαυμαστές –την περικυκλώνουν, όλοι θέλουν να της μιλήσουν, όλοι νιώθουν δυναμωμένοι που την έχουν δίπλα τους –γίνεται η κατάσταση σα ν΄άνοιξες ένα παράθυρο σε ντουμανιασμένο δωμάτιο και να έφυγε ο καπνός με τη μία. Έρχεται κι ο Νίκος ο Λιάσκας, αυτό το καλό παιδί (που μου έφερε δυο λάιβ σε σιντί –των Antitroppau Council και την θρυλική συναυλία των Birthday Party στο Σπόρτινγκ), έρχεται μαζί του κι ένα ψιλόβροχο  (γιατί εκτός από καλό παιδί είναι και γκαντέμης βάζελος πανάθεμά τον !) «την πατήσαμε», σκέφτομαι, «πάει το γύρισμα». Είμαι ηλίθιος βεβαίως και το καταλαβαίνω όταν κοιτάζω γύρω μου. Γιατί αυτοί οι άνθρωποι δεν υπάρχει περίπτωση να αφήσουν μια βροχή να τους χαλάσει τα πλάνα και γιατί όταν έρχεται η Όλυα για γύρισμα τα σύννεφα αποχωρούν υποκλινόμενα. Κι έτσι μένουμε να τη χαζεύουμε όσο κάνει τα πλάνα της, όσο αλλάζει εκφράσεις, στάσεις σώματος, περπάτημα και μετατρέπεται στο ονειρικό πλάσμα που περιγράφει το σενάριο.
Φωτογραφία: Κατερίνα Αρχιμανδρίτου
 Όταν η Όλυα τελειώνει και μας αποχαιρετά έχουμε ακόμα δυνάμεις (μετά από 5 ώρες στο λιοπύρι) για να γυρίσουμε τη σκηνή της Βάσως –ακόμα μια σκηνή που έχει φύγει από τα στενά όρια του σεναρίου κι έχει γίνει κάτι διαφορετικό –δυνατότερο, μεγαλύτερο. Όπως και οι συνεντεύξεις με τους τρεις αυτούς φοβερούς τύπους –ξεκινάνε από την απλή περιγραφή συναυλιών και εκτοξεύονται μέχρι την καταγραφή του συναισθήματος μιας γενιάς «με την πλάτη στον τοίχο».
Φωτογραφία: Κατερίνα Αρχιμανδρίτου
 Μένουν κάποιες σκηνές ακόμα, ο Μιχάλης βλέπει οτι όλοι έχουν φτάσει στα όριά τους, συνεννοούμαστε να μην τις κάνουμε. «Τους έχουμε τσακίσει –φτάνει», λέμε. Μάστορης, Βλαχάκης, Πολυχρονόπουλος, Καμαράτου μαζεύονται –«αρκετά», λέει ο Μιχάλης. «Έχετε κι άλλες σκηνές να γυρίσετε;» ρωτάνε. Έχουμε αλλά…. «Εντάξει, πάμε να τις κάνουμε», λένε με μια φωνή. Κοιταζόμαστε με το Μιχάλη. «Τι ‘ν΄αυτοί ρε! Αντί να τους ξεκάνουμε θα μας ξεκάνουν!» Από δίπλα κι ο ηχολήπτης, ο Δημήτρης ο Παπαδάκης. «Δεν θα έχουν μπλα-μπλα οι σκηνές, μπορείς να την κάνεις», του λέμε. «Θα έρθω μαζί σας για να γράφω ήχους δρόμου και εξωτερικών χώρων –τι, έτσι θα τις έχετε τις σκηνές;» απορεί. Χαμογελάω όπως όσοι ευτύχησαν να βρουν στην πορεία δικούς τους ανθρώπους για να μοιραστούν τα όνειρα στα ίσα.
Φωτογραφία: Κατερίνα Αρχιμανδρίτου
Φεύγουν για το Σπόρτινγκ κι εγώ, ως Υπεύθυνος Παραγωγής, αναλαμβάνω το επίπονο έργο να βρω ταβέρνα για να τσιμπήσουμε μετά το τέλος των γυρισμάτων. Εκπληρώνω την αποστολή μου με αξιοζήλευτη ευσυνειδησία –όταν έρχονται οι υπόλοιποι έχω ήδη καθαρίσει δυο μπύρες και μια ποικιλία (μικρή). Και μια τηγανιτές.
«Το σλόγκαν τού σημερινού γυρίσματος είναι ‘Κορίτσια ο Μάστορης’!» φωνάζει γελώντας ο Βλαχάκης κι απλωνόμαστε σ΄ένα μαγαζί που μοιάζει με καφενείο αλλά έχει τα κέρατά του από καλούδια! Μια χαμογελαστή κυρία αφού μας ζητάει συγνώμη που είναι μόνη στο μαγαζί («είπα στην κόρη μου και στο γαμπρό μου να φύγουν γιατί τέτοιες μέρες δεν έχουμε πολλή δουλειά», απολογείται) αρχίζει να κουβαλάει και δε μας προλαβαίνει! Είμαι τυχερός που έχω σαβουριάσει πριν πλακώσουν οι υπόλοιποι γιατί έχουν φέρει τις μνήμες της μηχανής και τις αδειάζουν, μεταφέροντας το υλικό, «δεν είμαι ακόμα ήσυχος –θέλω να δω πλάνα», μουρμουρίζει ο Μιχάλης, αρχίζουμε λοιπόν να βλέπουμε και κολλάμε. «Τώρα αρχίζω να ησυχάζω», λέει ο Μιχάλης κι εγώ έχω μείνει μαλάκας μ΄αυτά που βλέπω στην οθόνη του λάπτοπ. Είμαι πλέον σίγουρος οτι όταν αυτή η ταινία θα βγει στους σινεμάδες «θα πέσουν τα τσιμέντα» και αυτό το λέω απολύτως σοβαρά, χωρίς την παραμικρή δόση υπερβολής.
Φωτογραφία: Κατερίνα Αρχιμανδρίτου
 Δεν ξέρω πόση ώρα χαζεύουμε τα πλάνα αλλά μετά δεν μου κάνει όρεξη για φαγητό –νιώθω πλήρης ρε παιδί μου! Έχω φάει και μια ποικιλία (μικρή) –μην το ξεχνάς. Και τις τηγανιτές! Κάθομαι λοιπόν στην καρέκλα μου και χαζεύω αυτή την υπέροχη παρέα –τον Τάκη να διηγείται στη Βάσω και τη Βιργινία που τον ακούνε χαμογελαστές, τον Μάστορη να κοροϊδεύει, τον Βλαχάκη να μοιράζει συγχαρητήρια, το Νίκο με το Μιχάλη να σιγοκουβεντιάζουν κάνοντας σχέδια, την Έλενα με την Κατερίνα και τη Βάσω (τη γυναίκα μου) να γελάνε με κάποιο αστείο που μόνο αυτές ξέρουν…
Ώρες πριν, όταν ακόμα γινόταν το γύρισμα, είχε πλησιάσει ένας πιτσιρικάς την Αγρία Τριάδα, ένα μαυριδερό παιδί-λάστιχο (όχι μεγαλύτερο από 10 χρονών) με όρθιο μαλλί και τατουάζ στο μπράτσο. Ήθελε να μάθει τι γινόταν (ή να τους φάει την μπάλα του μπάσκετ –δεν κατάλαβα). «Αυτή αγόρι μου είναι μια ταινία, που θα πας να τη δεις στον κινηματογράφο», του είχε πει ο Κώστας ο Μάστορης. «Ναι; Πότε θα παιχτεί;» είχε ρωτήσει ο πιτσιρικάς. «Όταν θα είσαι φαντάρος», είχε πει ο Κώστας κι έπεσε τρελό γέλιο.
Το ξαναθυμήθηκα εκείνη τη στιγμή στην ταβέρνα. «Ρε Μάστορη –εντάξει, αργούμε τα γυρίσματα, αλλά τι σκατά θα κάνουμε όταν τελειώσουν; Τώρα ξέρουμε οτι θα μαζευτούμε για γύρισμα και αντέχουμε τον καιρό. Τι θα κάνουμε τότε;» τον ρώτησα.
«Γι΄αυτό σκας; Πάμε γι΄άλλα», μου απάντησαν σχεδόν μαζί ο Μάστορης, ο Μιχάλης ο Καφαντάρης κι ο Νίκος ο Χανιώτης.
Φωτογραφία: Κατερίνα Αρχιμανδρίτου
Μια τεράστια οθόνη τηλεόρασης είχε ανοίξει μπροστά μας, ο Ολυμπιακός έτρωγε 17 πόντους από τη Ρεάλ, το παιχνίδι πήγαινε για εξευτελισμό και (όσοι είμαστε φανατικοί γάβροι) κάναμε οτι δε βλέπαμε.

Βέβαια, όπως όλοι γνωρίζουν, τελικά ο Ολυμπιακός το γύρισε το παιχνίδι και κέρδισε τον τελικό με 12 πόντους διαφορά από τη Ρεάλ κι αυτή είναι μια ακόμα ιστορία για το πώς φτιάχνονται οι θρύλοι. Αλλά εκείνη την Κυριακή, η νίκη του Ολυμπιακού δεν ήταν η μοναδική θρυλική ιστορία που γράφτηκε. Ούτε η σημαντικότερη –για μένα τουλάχιστον –κι ας είμαι φόλα γάβρος….

Twitter Delicious Facebook Digg Stumbleupon Favorites More

 
Design by Free WordPress Themes | Background by Toolbox | Bloggerized by Lasantha - Premium Blogger Themes | Enterprise Project Management