Πέμπτη, 28 Φεβρουαρίου 2013

Stress Rules OK!

Κι αυτό το teaser καθυστέρησε αλλά υπήρχε λόγος. Βλέπεις, ο Μιχάλης ο Καφαντάρης είναι ανικανοποίητος τύπος (λυπάμαι ειλικρινά την κοπέλα του!) και το έστησε 100 φορές, το ξέστησε και το ξανάστησε άλλες τόσες. Έψαχνε έναν συγκεκριμένο εσωτερικό ρυθμό και για να τον βρει χρειάστηκε να δουλέψει τα πλάνα ψιλοβελονιά.

Αν θέλεις να διαβάσεις τα σχετικά με το γύρισμα πρέπει να πας σ΄αυτό το ποστ. Να μη δεις το teaser απροετοίμαστος! Αν και δε νομίζω οτι μπόρεσε ποτέ κανένας να προετοιμαστεί για την επιδρομή των Stress.


Τετάρτη, 20 Φεβρουαρίου 2013

«Into the 7th Sky»

Υπάρχει ένα σεναριακό εύρημα που χρησιμοποιείται ανηλεώς στις αμερικάνικες ταινίες περιπέτειας για να αυξηθεί η αγωνία της τελικής αναμέτρησης ανάμεσα στο παλικαράκι και τους παντοδύναμους αντιπάλους του. Εκεί λοιπόν που πάει το παλικαράκι να παίξει ξύλο (ή να παίξει μπάσκετ, μπέιζμπολ, φουτμπόλ, δηλωτή -ξέρω ΄γω) κι ενώ έχει προετοιμαστεί άρτια για την αναμέτρηση –κάτι του συμβαίνει. Σπάει ένα χέρι, παθαίνει κριθαράκι, διάρροια, χάνει το τυχερό του λαγοπόδαρο –κάτι τέλος πάντων που κάνει την τελική αναμέτρηση ακόμα πιο δύσκολη και την επικράτηση τού παλικαράκη σχεδόν αδύνατη. Βέβαια στο τέλος, το παλικαράκι πάντα τα καταφέρνει…

Όλοι λέμε τότε οτι «αυτά συμβαίνουν μόνο στο Χόλυγουντ» αλλά ελάχιστοι συνειδητοποιούν οτι η ζωή με την τέχνη κάθονται σε διπλανά θρανία και αλληλοαντιγράφονται ασύστολα –ακόμα κι όταν πρόκειται για κάτι τόσο εξωπραγματικό όσο οι αμερικάνικες ταινίες περιπέτειας! Βάλε τώρα στη θέση τού παλικαράκη το συνεργείο του «Εδώ δεν υπάρχει Άσυλο», βάλε στη θέση του παντοδύναμου αντιπάλου την πραγματοποίηση ενός άρτιου γυρίσματος (όπως αξίζει σε μια κινηματογραφική ταινία) με τα πενιχρά (σχεδόν ανύπαρκτα) μέσα που διαθέτουμε και θα έχεις τους δυο πόλους της περιπέτειας. Για το «κάτι που συμβαίνει και τα δύσκολα γίνονται σχεδόν αδύνατα» θα πρέπει να περιμένεις λίγο, αφού χρειάζεται να πιάσουμε την ιστορία από την αρχή της…

Αρχή της ιστορίας, όπου ένα εξουθενωμένο συνεργείο έχει φέρει σε πέρας το απαιτητικότερο (μέχρι σήμερα) γύρισμα για το ντοκυμαντέρ -9 άτομα για συνεντεύξεις, 6 άτομα για μυθοπλαστικές σκηνές, ένα διήμερο συνεχούς δουλειάς με 10 άτομα (συνεργείο και ηθοποιούς) κλεισμένα σ΄ένα σπίτι, πολλή βροχή, διακοπές ρεύματος, βραχυκυκλώματα και  κουάρτζ που υπερθερμαίνονται ανά δεκάλεπτο!
Αποφασίζουμε λοιπόν με τον Μιχάλη τον Καφαντάρη, το σκηνοθέτη, να κάνουμε ένα πιο εύκολο γύρισμα για τη συνέχεια (μόνο συνεντεύξεις με τα συγκροτήματα του ΠΗΓΑΣΟΥ, καθόλου μυθοπλασία –λίγα άτομα μαζεμένα σ΄ένα μπαράκι του κέντρου) για να ανακτήσουμε τις δυνάμεις μας. «Αφού τα καταφέραμε σε κάτι τόσο μεγάλο, οι συνεντεύξεις θα μας φανούν παιχνιδάκι», λέμε. Και πιστεύουμε (οι ανυποψίαστοι) οτι πάμε προετοιμασμένοι στη μεγάλη αναμέτρηση –έτοιμοι να κερδίσουμε!

Το γύρισμα έχει κλείσει για Κυριακή πρωί –περνάω όλο το βράδυ του Σαββάτου άγρυπνος επειδή τη γυναίκα μου την έχει τσακίσει μια ξεγυρισμένη γαστρεντερίτιδα. Κατά τις 7 το πρωί της Κυριακής πηγαίνουμε στο νοσοκομείο γιατί τα πράγματα όλο και χειροτερεύουν. Παίρνω τηλέφωνο το Μιχάλη για να τον ενημερώσω –«ίωση είναι, το μισό συνεργείο την έχει αρπάξει, με ειδοποίησαν οτι δεν θα έρθουν», απαντάει ο ψύχραιμος δόκτωρ Καφαντάρης. Ωραία λοιπόν –ακόμα δεν ξεκινήσαμε και μείναμε οι μισοί, σκέφτομαι, κι εγώ, ένας θεός ξέρει πότε θα ξεμπλέξω για να κατέβω!
Ασκληπιείο Βούλας –τίγκα στους πιτσιρικάδες που μέθυσαν στα σκυλάδικα της παραλιακής και τους κουβαλάνε ντάγκλα στα φορεία –δεν έχω παράπονο όμως. Ξηγηθήκανε πολύ λουξ οι γιατροί εκεί πέρα, τι εξετάσεις της κάνανε της γυναίκας μου, τι ορό της βάλανε, τι αίματα κουβάλησα στο μικροβιολογικό (γιατί έβρεχε και δεν μπορούσε να τα πάει η νοσοκόμα), μέχρι και σε δωμάτιο αναζωογόνησης μάς βάλανε! Το όλον τέσσερις ωρίτσες ώσπου να μας πουν οτι «μάλλον ίωση είναι –πάρτε μια αντιβίωση κι αν δεν περάσει, εδώ είμαστε». Έτσι πάει –άμα δεν ακούς την διάγνωση του δόκτωρος Καφαντάρη (την οποία άμα λάχει την κάνει και τηλεφωνικά χωρίς να εξετάσει τον ασθενή), αυτά παθαίνεις!
Στο μεταξύ ο κόσμος έχει μαζευτεί για το γύρισμα –έχω κάνει και μια πατάτα από την προηγουμένη γιατί ξέρω οτι ο Γιάννης ο Βαρδάκης,ο ιδιοκτήτης του Blackbird όπου θα κάνουμε το γύρισμα, θα έρθει μια ώρα αργότερα, αλλά δεν έχω ειδοποιήσει κανέναν υπολογίζοντας να είμαι νωρίτερα εκεί –και όλοι περιμένουν το μαλάκα που θα πάρει τις συνεντεύξεις (στον ρόλο του μαλάκα ο υποφαινόμενος!) Συνέπεια αυτού, ο Μιχάλης με το Νίκο τον Χανιώτη και τα μηχανήματα έχουν βρεθεί ανάμεσα σε πρεζόνια που σουτάρουν, μπάτσους που κάνουν προσαγωγές και κόσμο που τρέχει –ο Γιάννης ο Αντύπας, ο ηχολήπτης βαράει διπλοβάρδια φρουρώντας τα μηχανήματα, τα οποία δεν είναι καν δικά μας!
Φτάνω στο μπαρ 12 η ώρα (αντί για τις 9 το πρωί) ο Ντρενογιάννης μού έχει γράψει ένα αγαπησιάρικο τραγούδι το οποίο εκτελεί στην κιθάρα καθώς μπαίνω –οι στίχοι του είναι «γαμιέσαι, γαμημένε/ θα σε γαμήσω» (εντάξει, είναι κάπως πρωτόλειο αλλά μέσα σε τρεις ώρες στήσιμο τι να προλάβει κι αυτός;) –γενικώς είμαι με τα μούτρα στο πάτωμα αλλά τα παιδιά αναλαμβάνουν να με καθησυχάσουν οτι και καλά δεν τρέχει τίποτα, περνάνε ωραία που ξαναβρέθηκαν μετά από τόσα χρόνια –παρηγοριές στον άρρωστο (για την ακρίβεια, στον συνοδό του)...
Πάω να βρω το συνεργείο –ποιο συνεργείο; Μόνο ο Μιχάλης κι ο Νίκος  -ο σκηνοθέτης κι ο διευθυντής φωτογραφίας! Πέρα από την ίωση τα έχουμε σκατώσει και στη συνεννόηση με αποτέλεσμα να μην έχουν ειδοποιηθεί όσοι στέκονται ακόμα στα πόδια τους! Έχουμε 6 άτομα για συνεντεύξεις και μόλις 2 άτομα συνεργείο, έχουμε μόνο τη μία από τις δυο κάμερες που χρησιμοποιούμε συνήθως, έχουμε μιάμιση μπαταρία –πώς σου φαίνονται όλα αυτά; Σου αρκούν για να γεμίσεις την κατηγορία «κάτι που συμβαίνει και τα δύσκολα γίνονται σχεδόν αδύνατα»; Ναι; Πάμε παρακάτω.

Ο Μιχάλης έχει «δει» το γύρισμα (σ΄αυτό το τρομερά ατμοσφαιρικό μπαρ με τις καταπληκτικές τοιχογραφίες του Άλεξ  Μαρτίνεζ) σαν συνάντηση παλιών μελών συμμορίας. Όπου αυτοί οι τυπάκλες (αυτές οι εντελώς κινηματογραφικές μούρες που φτάνει ένα κοντινό τους για να σε καθηλώσει) μαζεύονται σιγά-σιγά και λένε την ιστορία τους. Ξεκινάμε με τον Δημήτρη τον Μπουρούσα, τον ντράμερ των Libido Blume (ο Μιχάλης έχει πάθει πλάκα με το πώς γράφει στον φακό –τον κοιτάζουμε και κάτι μας θυμίζει, τελικά το βρίσκουμε «ρε συ, είσαι ίδιος ο David Gilmour!» λέμε όλοι μαζί και επί τόπου τον ξαναβαφτίζουμε) ο οποίος, μόνος στη μπάρα, μ΄ένα μισοτελειωμένο ποτό στην πραγματικότητα καφέ αραιωμένο με νερό για να μοιάζει με ουίσκι) διηγείται νεανικά ταξίδια στη μουσική. Έρχεται μετά η σειρά του Δημήτρη Παπαθεοφίλου και του Φίλιππου Παππά (μπάσο-τραγούδι και κιθάρα στα Αρνάκια). «Θα μπορούσα να έχω μια μπύρα πριν ξεκινήσουμε;» ζητάει ήσυχα ο Δημήτρης. «Όχι ποτά στο γύρισμα –δεν υπάρχει περίπτωση!» του ξεκόβει απότομα ο Μιχάλης ο Καφαντάρης. Παγώνουμε! Ο Παπαθεοφίλου εκνευρίζεται αλλά ξαναβρίσκει αμέσως την ψυχραιμία του και λέει «Εντάξει, ας κάνουμε το γύρισμα». Τότε όμως επεμβαίνει ο Νίκος ο Χανιώτης –έχει ενοχληθεί από το απότομο ύφος του Μιχάλη και του το λέει μπροστά σε όλους, ο Μιχάλης ενοχλείται από το ύφος του Νίκου και του απαντάει αντίστοιχα μπροστά σε όλους -στη στιγμή βρισκόμαστε στα κεραμίδια, μοιάζουμε έτοιμοι να πλακωθούμε μεταξύ μας. Ο Παπαθεοφίλου προσπαθεί να μας συνεφέρει, «ας μην το κάνουμε θέμα, εγώ το ξέχασα ήδη» μας διαβεβαιώνει –αλλά το κακό έχει γίνει. Ο Νίκος στη μια μεριά, ο Μιχάλης στην άλλη –βλέπω το γύρισμα να τινάζεται στον αέρα. 
Διακόπτω εδώ τη διήγηση (άλλο κλασικό τρυκ για να παραταθεί η αγωνία –σκέτος Χόλυγουντ είμαι σήμερα ο άνθρωπος!) για να δώσω κάποιες επεξηγήσεις χαρακτήρων:
Κατά πρώτον, ο Δημήτρης ο Παπαθεοφίλου –ο συνεντευξιαζόμενος. Θα πω ένα πράγμα για την ψυχραιμία αυτού του ανθρώπου –αν κάποτε πάει ο Θρύλος σε τελικό Τσάμπιονς Λιγκ και φτάσει στα πέναλτι, θα βάλω (ακόμα και με το ζόρι) σε ένα αεροπλάνο τον Δημήτρη και θα τον στείλω να χτυπήσει το πιο κρίσιμο. Κι αυτό το δηλώνω χωρίς να με ενδιαφέρει αν ο άνθρωπος παίζει καθόλου μπάλα –εντάξει; Δεν ξέρω πώς θα αντιδρούσε κάποιος άλλος σε τέτοια περίπτωση, αλλά ο Δημήτρης επέλεξε αστραπιαία τη βέλτιστη μέθοδο αποφόρτισης μιας κατάστασης για την οποία δεν ήταν καν υπεύθυνος. Κι επειδή είναι η μέρα του «κάτι μου θυμίζεις» βαφτίζουμε τον Παπαθεοφίλου «Christopher Walken» γιατί έτσι ακριβώς είναι (δεν μοιάζει –είναι!)

 Κατά δεύτερον, ο Νίκος ο Χανιώτης, ο διευθυντής φωτογραφίας. Αν ήθελα να προσδιορίσω τη στάση ζωής του με μια λέξη αυτή θα ήταν «αλληλοσεβασμός». Ο Νίκος σέβεται και απαιτεί να τον σέβονται –τόσο απλά. Ποτέ δεν θα έρθει σπίτι σου με λασπωμένα παπούτσια κι αν πας εσύ έτσι στο δικό του δεν θα χαρεί καθόλου (και θα στο δείξει). Για τον Νίκο ο αλληλοσεβασμός είναι προϋπόθεση επιβίωσης. Είδε τον Μιχάλη να μιλάει απότομα σε έναν άνθρωπο τον οποίο έπρεπε να σεβόμαστε (γιατί, πέρα από την προσωπική του ιστορία, κι αυτός μας είχε σεβαστεί απόλυτα) –και αντέδρασε σχεδόν αντανακλαστικά. Δέκα φορές να γινόταν το ίδιο πράγμα, δέκα φορές με τον ίδιο τρόπο θα αντιδρούσε ο Νίκος.
Κατά τρίτον, ο Μιχάλης ο Καφαντάρης, ο σκηνοθέτης. Μαζί του έμαθα τι ακριβώς σημαίνει σκηνοθεσία –πριν δεν καταλάβαινα γιατί τον έχουν στις ταινίες αυτόν τον τζόρα που όλο φωνάζει. Λοιπόν, σκηνοθέτης είναι αυτός που βλέπει μια ταινία μέσα στο κεφάλι του και προσπαθεί να την αποτυπώσει μέσα από τα γυρίσματα. Γι΄αυτό είναι τζόρας ο σκηνοθέτης, γι΄αυτό αντιδρά απότομα –επειδή κάποιες φορές, κάτι γίνεται, κάποιος μπαίνει μπροστά του και τού κόβει την επαφή με την ταινία. Πώς γίνεται όταν βλέπεις κάτι στην τηλεόραση και περνάει κάποιος από μπροστά σου; Βάζεις τις φωνές, αντιδράς απότομα για να καθαρίσεις το οπτικό σου πεδίο –σωστά; Ε, λοιπόν, αυτό κάνει κι ο σκηνοθέτης. Απλώς εσύ δεν βλέπεις την οθόνη που εκείνος παρακολουθεί γιατί είναι μέσα στο κεφάλι του, άρα δεν παίρνεις είδηση πότε τον εμποδίζεις. Έτσι πάει –στο γύρισμα επικρατεί απόλυτη (ελέω ταινίας) μοναρχία του σκηνοθέτη. Κι ο Μιχάλης, έχοντας την εμπειρία του πρώτου μας γυρίσματος, στο οποίο η κατάσταση κατέληξε σε πάρτυ προς το τέλος (αλλά κατόρθωσε να το γυρίσει  προς όφελός μας) δεν ηθελε με τιποτα να βρεθει μπροστά στην πιθανότητα να συμβεί το ίδιο, στην αρχή του γυρίσματος και με λειψό συνεργείο. Αντέδρασε υπερβολικά; Εντάξει –αλλά κι εσύ όταν φωνάζεις σε αυτόν που σε εμποδίζει να δεις την ταινία δεν είσαι υπερβολικός;

Ποια ήταν η κατάληξη της όλης ιστορίας; Στα πέντε λεπτά είπαμε όλοι «τέλος» και το γύρισμα συνεχίστηκε κανονικά. Επειδή ο Μιχάλης κι ο Νίκος λειτουργούν σαν ένας άνθρωπος –λες και έχουν κοινό ζευγάρι μάτια! Ο ένας σκέφτεται κι ο άλλος τραβάει τα πλάνα –μιλάνε μεταξύ τους ελάχιστα στο γύρισμα, δεν υπάρχει λόγος. Κι επειδή βέβαια ήταν εκεί ο Δημήτρης ο Παπαθεοφίλου. Από τον οποίο ζήτησε συγνώμη ο Μιχάλης κι αμέσως έγινε η παρεξήγηση καλαμπούρι –όταν γέμιζαν τα ποτήρια όλων, πάντα γινόταν στάση στο Δημήτρη –«να σου βάλω τώρα που δε βλέπει ο σκηνοθέτης», «εσένα σ΄αφήνουν να πιεις;» κανιβάλισμα κανονικό! Και η μεγαλύτερη πλάκα ήταν οτι ο Δημήτρης πίνει λιγότερο απ΄όλους της παρέας!

Γι΄αυτό θέλω να μιλήσω –για την παρέα, ας την πούμε «παρέα του ΠΗΓΑΣΟΥ» αν και τα συγκροτήματα αυτά είναι πολύ περισσότερα πράγματα. Πίσω στη δεκαετία του ’80 εγώ εκεί ήμουν. Μεγάλωσα στα νότια μαζί με τους Stress αλλά, σαν φοιτητής, κυκλοφορούσα στα Εξάρχεια. Ο ΠΗΓΑΣΟΣ ήταν το στέκι μου (για όσο υπήρχε). Έτσι ήταν τότε, ήσουν κάπου –δεν ήσουν παντού. Γιατί η μουσική ήταν οι συναυλίες –δίσκους παίρναμε ότι κυκλοφορούσε αλλά τα συγκροτήματα τα λατρέψαμε μέσα από τις συναυλίες. Γι΄αυτό άλλωστε ξεκίνησα με το ντοκυμαντέρ –όχι για να ξανακούσω τους δίσκους που ήδη είχα, αλλά για ξαναδώ τα ινδάλματά μου. Έγραψα παραπάνω οτι ήταν παρέα όσοι μαζεύτηκαν εκείνη την Κυριακή στο Blackbird –το παίρνω πίσω. Ήταν συμμορία (είχε δίκιο που τους είδε έτσι ο Μιχάλης) –άνθρωποι που βρήκαν, πριν 30 περίπου χρόνια, ένα ορμητήριο και πάλεψαν με το διάβολο για να διατηρήσουν τη μοναδικότητά τους. Έχασαν; Κέρδισαν; Δεν έχει καμιά σημασία –όταν πυροβολείς τον κόσμο με τη διαφορετικότητά σου το θέμα είναι πόσες σφαίρες θα προλάβεις να ρίξεις. Κι αυτοί οι άνθρωποι θα μπορούσαν να πυροβολούν μέχρι σήμερα κατά ριπάς (κάποιοι μάλιστα το κάνουν).

Τους συνάντησα (μετά από τόσα χρόνια) και μου φάνηκαν οικείοι, συγκρατημένοι (με εξαίρεση τον Ντρενογιάννη), απλοί, καθημερινοί… Είχα λοιπόν αυτόν το φόβο –πώς θα γράψουν στις κάμερες; Κάνουμε ένα ντοκυμαντέρ προσωπικοτήτων –πώς θα βγαίνανε αυτοί οι ήσυχοι τύποι; Όταν πέρασαν μπροστά στις κάμερες τα είδα όλα!

Ο Άκης ο Μπογιατζής (Cpt. Nefos, Libido Blume, Sigmatropic) είναι ένας μαγικός αφηγητής που σου περνάει τη φλόγα των μουσικών του ανησυχιών με τρομακτική απλότητα και άνεση. Κάποιοι γνωστοί μου που είδαν μια φωτογραφία του έλεγαν: «αυτός ρε είναι ο Wim Wenders!» -ναι, του μοιάζει αλλά ο Άκης διηγείται γοητευτικότερα από τον Γερμανό. Όσο μας λέει την ιστορία του ούτε η μπαταρία της μηχανής δεν τολμάει να αποφορτιστεί.

Ο Νίκος ο Αγγελής (Χωρίς Περιδέραιο) είναι ο μοναχικός τύπος που περνάει μέσα από βομβαρδισμό χωρίς να αλλάξει ρυθμό στον βηματισμό του κι όταν τον ρωτάς: «καλά ρε παιδί μου –πώς τα κατάφερες;» σου απαντάει κάτι σαν: «είχα να πάω κάπου –αυτό ήταν όλο». Παίζει στα δάχτυλα την εναλλαγή συναισθημάτων –συγκίνηση, μοναχικότητα, αυτοσαρκασμός –ο Μιχάλης με το ζόρι κρατιέται να μην ακουστούν τα γέλια του όταν ο Αγγελής ρίχνει, απροειδοποίητα μια ξεκαρδιστική κατάληξη σε μια μοναχική εξιστόρηση.

Ο Δημήτρης ο Παπαθεοφίλου κι ο Φίλιππος Παππάς είναι ήσυχοι χείμαρροι –όσο ακολουθείς το ρεύμα τους μοιάζουν με ποτάμια, αλίμονο όμως αν τους βγεις στην κόντρα.  Θα σε πετάξουν στα βράχια πριν καταλάβεις τι σε χτύπησε!

Ο Δημήτρης ο Μπουρούσας ήταν αυτός που είπε την πρώτη και την τελευταία φράση κι εκεί, στο τέλος, μας άφησε κάγκελο –όλοι κοιταζόμασταν ξέροντας οτι δεν υπάρχει τίποτα να προσθέσουμε από εκεί και πέρα.

 Ο Τόλης ο Μαραγκός (Phsychomafia, Anti Troppau Council) είναι ο πιο cool κανίβαλος που έχω γνωρίσει, λες και βγήκε από μυθιστόρημα του Νίκου Νικολαϊδη!

Και φυσικά ο Γιάννης ο Ντρενογιάννης (Magic De Spell, Phsychomafia, Anti Troppau Council, Libido Blume, Χωρίς Περιδέραιο, Yeah! και ο κατάλογος δεν έχει τέλος)  –σ΄αυτόν έπεσε το βάρος να εξηγήσει τι ήταν ΠΗΓΑΣΟΣ (πέρα από τα όσα έπρεπε να πει για τα συγκροτήματα στα οποία συμμετείχε). Λοιπόν, ο Ντρεν μιλάει όπως ακριβώς παίζει κιθάρα –ξεκινάει γκαζωμένος και τελειώνει στην τσίτα. Κρίμα μόνο που δεν χρησιμοποίησε την αγαπημένη μου ατάκα με την οποία κλείνει τις δηλώσεις του: «Αυτά είπε ο Ντρενογιάννης και πέταξε σε άλλο κλαδί».

Εκτός από τους παραπάνω αξιοσέβαστους κυρίους (και το αποδεκατισμένο συνεργείο) στο γύρισμα ήταν κι ο Ταξ με τον Νίκο (οι γνωστοί αδελφοί Λιάσκα της σελίδας για το New wave in Athens in the 80’s) και η Νεκταρία Γερασίμου –ήρθαν τα παιδιά να δουν τι γίνεται και τους χώσαμε στη δουλειά με το «καλημέρα». Ο Νίκος ο Λιάσκας έγινε (πριν προλάβει να φέρει αντίρρηση) βοηθός σκηνοθέτη, ο Ταξ με τη Νεκταρία ανέλαβαν να αδειάζουν τις μνήμες των μηχανών γυρίσματος –πέρασαν οι άνθρωποι για έναν καφέ και μόνο φασίνα δεν τους βάλαμε να κάνουν (αμφιβάλω αν θα ξανάρθουν σε γύρισμα!)

Η αϋπνία παίζει περίεργα παιχνίδια μερικές φορές… Καπνίζοντας ένα τρακαρισμένο τσιγάρο, ακουμπισμένος στη μπάρα κι έτοιμος να καταρρεύσω, κοιτάζω πίσω μου το μαγαζί και είμαι σίγουρος οτι ξαναπήγα στον ΠΗΓΑΣΟ –το φως ήταν διαφορετικό, αλλά είναι  όλοι τους εκεί –συγκροτήματα που ετοιμάζονται να ανέβουν στη σκηνή και συγκροτήματα που μόλις έχουν κατέβει κι αράζουν για ν΄ακούσουν τους επόμενους, παιδιά με πρόσωπα που γράφουν «είμαστε εδώ για όσο πάει κι αυτό δε μας φτάνει», μέχρι έναν κατάλογο του μαγαζιού νομίζω οτι είδα, με το κονιάκ 170 δραχμές στη μια πλευρά και ολόκληρη τη λίστα των αγαπημένων μου συγκροτημάτων στην άλλη. Ο Μιχάλης με χτύπησε στην πλάτη –«κάνε πιο ΄κει, είσαι μέσα στο πλάνο» κι ο Νίκος ο Λιάσκας μου είπε για ένα φοβερό πάρτυ που ετοιμάζεται –η ώρα έχει πάει 5 (και το απόγευμα μοιάζει με ξημέρωμα) αλλά το έτος παραμένει αδιευκρίνιστο. Πάντως εγώ ξαναπήγα στον ΠΗΓΑΣΟ…

Και τελικά; Όπως συμβαίνει στις αμερικάνικες ταινίες περιπέτειας, το παλικαράκι τα κατάφερε –«έχουν πει επικά πράγματα οι άνθρωποι!» πανηγυρίζει ο Μιχάλης, «άμα δεις τα πλάνα θα πέσεις κάτω!» λέει ο Νίκος ο Χανιώτης.

Μαζεύουμε τα μηχανήματα –χαιρετάμε τα παιδιά των συγκροτημάτων, ο Μιχάλης αγκαλιάζεται με τον Δημήτρη τον Παπαθεοφίλου με τον οποίο έχουμε κι άλλο γύρισμα (μυθοπλασίας) –«την άλλη φορά να έρθεις με τη μπύρα κρυμμένη στο μπουφάν», του λέω κι ο Δημήτρης γελάει.

Χαιρετάμε τον Γιάννη τον Βαρδάκη που έκλεισε το μαγαζί στις 7 το πρωί και μετά από τρεις ώρες επέστρεψε για το γύρισμα –η ώρα πάει 6 το απόγευμα κι αυτός ο άνθρωπος, ενώ έχει ξεχάσει πότε ήταν η τελευταία φορά που κοιμήθηκε είναι χαμογελαστός και άνετος –τι να του πεις; Το «ευχαριστώ» είναι λίγο πάντως…

Έξω από το μπαρ γίνεται ένα τρομερό σκηνικό με το Μιχάλη να στήνεται για φωτογραφία με τον Gilmour, ο Γιάννης ο Αντύπας ξεκαρδισμένος σε ρόλο παπαράτσι –πέφτει τόσο γέλιο που στο τέλος δε μας κρατάνε τα πόδια μας. Κοιτάζω το Blackbird που γεμίζει κόσμο, βλέπω αυτούς που φεύγουν κι εξαφανίζονται στα στενά και  στη Μπενάκη –θέλω να ξαναπάω στον ΠΗΓΑΣΟ, αλλά ο ΠΗΓΑΣΟΣ δεν είναι πια εκεί –έχει γκρεμιστεί και στη θέση του υπάρχει πλέον μια πολυκατοικία…
Δεν πειράζει –ότι θυμόμαστε, μένει ζωντανό –έτσι δε λένε; Κι όσο αυτοί οι άνθρωποι υπάρχουν, τίποτα δεν χάνεται.

Σάββατο, 16 Φεβρουαρίου 2013

Creep -Το σπίτι των καταραμένων

Γι΄αυτό το γύρισμα υπάρχει ένα άρθρο λίγο πιο πάνω. Αλλά, αν θέλεις να έχεις πλήρη εικόνα, χρειάζεται κι ένα teaser -δε νομίζεις; Γύρισμα σε ένα στοιχειωμένο σπίτι με κάποιους καταπληκτικούς τύπους -εμπειρία.


Τρίτη, 5 Φεβρουαρίου 2013

Συνέντευξη στο Amagi Radio

Καθυστερήσαμε λίγο, αφού η συνέντευξη έγινε στις 7 Δεκεμβρίου του 2012 (χρονίσαμε μπορείς να πεις) αλλά τα καταφέραμε τελικά! Στη συνέντευξη (που είχε την υπομονή να μας πάρει η Celestial Drakos) με στηρίζει άφοβα η Όλγα Παπαδημητρίου (που συμμετέχει στο μυθοπλαστικό κομμάτι του ντοκυμαντέρ) ενώ ακούγονται αποσπάσματα από τη συνέντευξη του Σπύρου του Φάρου καθώς και των Stress.

Κατεβάστε -καταναλώστε με σύνεση.

Twitter Delicious Facebook Digg Stumbleupon Favorites More

 
Design by Free WordPress Themes | Background by Toolbox | Bloggerized by Lasantha - Premium Blogger Themes | Enterprise Project Management