Τρίτη, 20 Μαΐου 2014

Τα δυσκολότερα πράγματα είναι τα εύκολα



Υπάρχει μια σκηνή, συνηθισμένη σε αμερικάνικες κωμωδίες, όπου η παρέα ξεκινάει να κάνει κάτι (από αναστήλωση μέχρι ληστεία –δεν έχει σημασία) κι ένας από αυτούς ανακοινώνει οτι θα είναι piece of cake. Επιτόπου πέφτουν όλοι οι υπόλοιποι στα πατώματα και χτυπιούνται: «γιατί το είπες αυτό ρε μαλάκα –θα μας γρουσουζέψεις» κι επειδή η ταινία είναι κωμωδία όντως τους γρουσουζεύει κι όλα πάνε κατά διαόλου (αν ήταν δράμα θα πάθαιναν και κάνα δυο ανίατες αρρώστιες συν θα τους παρατούσαν οι γκόμενές τους στο τέλος). Αυτή η σκηνή έχει παιχτεί μερικές φορές στα γυρίσματα του «Εδώ δεν υπάρχει Άσυλο», μ΄εμένα να δηλώνω: «θα είναι πανεύκολο το γύρισμα, σε δυο ώρες θα έχουμε τελειώσει» και τον Μιχάλη Καφαντάρη να με μαζεύει: «ποτέ μη λες οτι θα είναι εύκολο το γύρισμα, ούτε να δεσμεύεσαι για το πόσο θα πάρει». Ο Μιχάλης δεν το κάνει αυτό επειδή είναι προληπτικός (ή έτσι νομίζω, τουλάχιστον) αλλά επειδή, σα σκηνοθέτης, οφείλει να είναι προνοητικός και προσεκτικός.


Έχουμε λοιπόν να κάνουμε τη συνέντευξη του Παναγιώτη Παπαδόπουλου (του Κάιν, για τους παλιούς) –συνέντευξη πολύ σημαντική για το ντοκυμαντέρ, αφού ο ίδιος ο τίτλος του είναι παρμένος από την προειδοποίηση-απειλή του Χοχτούλα στο ξεκίνημα της διαδήλωσης που είχε διοργανώσει η ομάδα του ΣΠΑΣΤΗ (ο Κάιν ήταν ο ΣΠΑΣΤΗΣ) για να διαμαρτυρηθεί για την Επιχείρηση Αρετή. Έβαλα πολλές άγνωστες λέξεις; Δεν πειράζει –όταν θα δεις το ντοκυμαντέρ θα εξηγηθούν όλα αυτά…
Μια συνέντευξη, ενός ανθρώπου σε μια πλατεία –σκέφτεσαι κάτι πιο εύκολο; Λοιπόν τα δυσκολότερα πράγματα είναι τα εύκολα…


Την Παρασκευή, δυο μέρες πριν το γύρισμα, έχουμε μαζευτεί στου Μιχάλη –έχει έρθει ο Κάιν για να κανονίσουμε το πώς θα γίνει η συνέντευξη, έχουν έρθει κι ο Λούης με τον Κώστα από τους Stress για να πιούμε καμιά μπύρα και να αράξουμε γενικότερα. Δεν προλαβαίνουν οι άνθρωποι να καθίσουν και πρέπει να φύγουμε γιατί το ραντεβού που έχουμε για να πάρουμε τον εξοπλισμό του γυρίσματος αλλάζει.
«Βολευτείτε», τους λέμε, «εμείς θα ξανάρθουμε».
Και τους παρατάμε σύξυλους.
Ευτυχώς είναι βολικοί άνθρωποι κι όταν επιστρέφουμε με το Μιχάλη, μετά από καμιά ώρα, τους βρίσκουμε τόσο απορροφημένους στη μεταξύ τους κουβέντα που πάμε στοίχημα οτι δεν πρόσεξαν την απουσία μας. Εκείνο το απόγευμα έχει τη συνήθη κατάληξη μιας συνάντησης με τους Stress –βουνά από μπουκάλια μπύρας, απέραντο σαχλαμάρισμα μετά παρακολούθησης αμοντάριστων πλάνων του ντοκυμαντέρ, ρεζουμέ: μπήκαμε μέρα και βγήκαμε νύχτα από του Μιχάλη.



Την Κυριακή το πρωί, όταν μαζευόμαστε για το γύρισμα, βρέχει με ήλιο. Φτάνω μαζί με τον Νίκο Χανιώτη και ήδη μας περιμένουν ο Παναγιώτης, ο Δημήτρης Παπαδάκης (ο ηχολήπτης), ο υπέρτατος floor manager Βασίλης Ζερβακάκης κι ο πιτσιρικάς ο Γιώργος Παπάζογλου –μέχρι να παρκάρουμε εμφανίζεται κι ο Μιχάλης με την Έλενα, τη βοηθό του. Απαρτία.
«Έχουμε ένα μικρό πρόβλημα, μας δώσανε μόνο μια κάρτα με τη μηχανή», λέει ο Μιχάλης.
«Εντάξει, έχω το λάπτοπ –μέχρι να κάνουμε ένα διάλειμμα για τσιγάρο θα αδειάζει η κάρτα, όλα καλά», απαντάω.
Τα παιδιά ξεκινάνε με γενικά πλάνα του χώρου, μετά παίρνουν τον Παναγιώτη ο οποίος είναι κάπως μαζεμένος, ξεκινάει τη συνέντευξη, μας διακόπτουν περαστικοί, μηχανάκια, αυτοκίνητα, λεωφορεία, πετρελαιοφόρα, αεροπλανοφόρα, «με αγχώνει έτσι που στέκομαι –δεν τα λέω καλά», δικαιολογείται ο Παναγιώτης –«δηλαδή άμα δεν ήσουν αγχωμένος, πώς θα τα ΄λεγες;» γελάει ο Μιχάλης γιατί βλέπει ότι η συνέντευξη πάει πρίμα κι όλα είναι άνετα και εύκολα, πώς το λένε οι ξενόγλωσσοι; piece of cake!
Σιγά!


Η μοναδική κάρτα της μοναδικής μηχανής (κάρτα μία, που λένε και στο Ούνο) γεμίζει, ο Θοδωρής Ηλιακόπουλος που μένει εκεί κοντά, περνάει να μας πει ένα «γεια» -όλα ωραία, θα προλάβουμε να κάνουμε κι ένα τσιγαράκι μέχρι να ξεφορτώσει η Έλενα την κάρτα. Αράζω με το Θοδωρή –πάνω που έχουμε αρχίσει να κουβεντιάζουμε ακούω το Μιχάλη να φωνάζει: «Έχει πρόβλημα το λάπτοπ σου, άντε να το δεις». Πάω.
Ο κλασσικός μαλάκας (στο ρόλο του μαλάκα ο υποφαινόμενος) έχω κάτι μήνες ν΄ανοίξω αυτό το λάπτοπ με αποτέλεσμα να  υπάρχουν 58 ενημερώσεις τις οποίες πρέπει να κάνει το μαραφέτι πριν ξεκινήσει! Κοιτάζω την οθόνη, 2 από 58 γράφει –κάνω μια βόλτα, ξαναγυρίζω, ακόμα 2 από 58, μέχρι να φτάσει στην 3 έχει περάσει ένα δεκάλεπτο. Ελληνιστί, τον ήπιαμε.
Αναλαμβάνει δράση ο πιτσιρικάς ο Γιώργος, «πήγαινε στα γύρω μαγαζιά και ρώτα αν έχουν ένα κομπιούτερ να συνδέσουμε το cart reader, να ξεφορτώσουμε», του λέει ο Μιχάλης. Με τα πολλά βρίσκεται ένα μαγαζί αλλά το κομπιούτερ τους δεν διαβάζει από το cart reader! Έχει περάσει ήδη μισή ώρα απραξίας και βρέχει περιποιημένα –η κάμερα κάτω από ομπρέλα, εμείς σαν ινδιάνοι στη μέση της πλατείας να χοροπηδάμε.
Τη λύση δίνει ο Δημήτρης, ο ηχολήπτης: «ελάτε να κάνουμε τη συνέντευξη μόνο με ήχο και μετά παίρνετε τα πλάνα που θέλετε και βάζετε τη φωνή over». Σωστός.
Ο Παναγιώτης λύνεται εφόσον δεν τον σκοπεύει πλέον το μάτι της κάμερας –τα λέμε στο πολύ πιο άνετο, η βροχή εξακολουθεί να πέφτει –κάποια στιγμή ανοίγει το γαμήδι το λάπτοπ μου, ξεφορτώνει η κάρτα, το συνεργείο είναι πάλι έτοιμο. Και το γύρισμα συνεχίζει αδυσώπητο.
Όταν τελειώνουμε σταματάει και η βροχή (αυτό έλειπε δα!) και κανένας δεν κουνάει από τη θέση του. Έχουμε ήδη χαιρετηθεί και φιληθεί σταυρωτά κάνα δυο φορές αλλά καθόμαστε και συζητάμε με τον Παναγιώτη (ο οποίος βιάζεται να πάει κάπου, όπως μας έχει πει πριν από μια ώρα). Τελικά ήταν εύκολο γύρισμα, δίκιο είχα! piece of shake!


Η επόμενη βδομάδα πέρασε μέσα σε διακανονισμούς. Γιατί ακολουθούσε ένα γύρισμα-σκούπα. Συνεντεύξεις-μυθοπλασία-αφήγηση ιστορικών γεγονότων, χαμός. Ο αρχικός σχεδιασμός περιλάμβανε 6 άτομα για συνεντεύξεις συν την Άντα Λαμπάρα με την Βιργινία Κλαστάδα για μια σκηνή μυθοπλασίας, τέτοια κατάσταση.
Δευτέρα ήμασταν όλοι εντάξει.
Τρίτη είχαμε πρόβλημα με τις κάμερες.
Τετάρτη το πρόβλημα λύθηκε.
Πέμπτη είχαμε πρόβλημα με το location γιατί θα ήταν απρόσβατο λόγω ημι-μαραθωνίου της Αθήνας.
Παρασκευή βρέθηκε καινούργιο location αλλά ένας από τους συνεντευξιαζόμενους πήρε μια επείγουσα δουλειά που έπρεπε να τελειώσει ως την Κυριακή το βράδυ.
Σάββατο πρωί, ακόμα ένα άτομο έμαθε ότι θα δούλευε και την Κυριακή!
Σάββατο απόγευμα άλλα δυο άτομα κρεβατώθηκαν από γρίπη!


Κυριακή πρωί έχουμε μαζευτεί το συνεργείο, έχουμε κατασκηνώσει στο καινούργιο location μαζί με τις ηθοποιούς και κοιταζόμαστε. Βγάλε το συνεργείο απέξω –ο μόνος που υπάρχει για να του πάρουν συνέντευξη είμαι εγώ και δεν έχω τίποτα ενδιαφέρον να πω… Η καταστροφή πλησιάζει χοροπηδώντας.
Και τότε έρχεται ο Φρανκ (Panx Romana). Αναπνέουμε με ανακούφιση –τουλάχιστον θα πάρουμε μια συνέντευξη! Δεν προλαβαίνουμε να πούμε δυο κουβέντες, σταματάει ένα ταξί και κατεβαίνει η τρομερή Άντα Λαμπάρα –καλά πάμε, θα βγει και η μυθοπλασία! Σε λίγο χτυπάει το τηλέφωνό μου, είναι η Νάνσυ Βαλσάμου (δεν θα δώσω ακόμα περισσότερες πληροφορίες γιατί η συμμετοχή της αφορά μια σημαντική καταγραφή της ταινίας) –νιώθουμε άρχοντες, θα κάνουμε 2 ολόκληρες συνεντεύξεις!  Ο Μιχάλης ονομάζει το γύρισμα: «Frank and Nancy», ο Φρανκ ξεκινάει να θυμάται και μας θυμίζει γιατί ήταν και παραμένει ένας χαρισματικός front man. Περνάει μπροστά από την κάμερα η διαδρομή ενός παιδιού που βρέθηκε να αγωνίζεται για να επιβιώσει σ΄έναν εχθρικό κόσμο και τελικά κατάφερε να συνεχίζει τον αγώνα του 40 χρόνια τώρα. Και, ξέρεις, αυτό μας κάνει να νιώθουμε κάπως περήφανοι –ότι τη συγκεκριμένη αφήγηση την καταγράφουμε, την κρατάμε, τη διατηρούμε…


Τότε έρχεται φουριόζα η Νάνσυ, έχει σχολάσει από τη δουλειά της στο κέντρο (θυμάμαι, αλήθεια, μια εποχή που τις Κυριακές οι άνθρωποι δεν δούλευαν), έχει έρθει μέχρι Πειραιά και πρέπει να τρέξει στη συνέχεια μέχρι τα Βόρεια για να πάρει τα παιδιά της. Αγχωμένη, νευρική και στην πρίζα. Τα παιδιά της κάνουν κάποια στατικά πλάνα, ο Μιχάλης τη βάζει να μιλήσει όρθια γιατί καταλαβαίνει ότι η Νάνσυ είναι γεμάτη ενέργεια κι αυτό θα γράψει ωραία. Η Νάνσυ τα λέει χωρίς, σχεδόν, να χρειαστεί να τη ρωτήσω –κάνει ένα μικρό σαρδάμ, ξεκαρδίζεται στα γέλια, συνεχίζει. «Εντάξει» της λέμε, «μια χαρά τα είπες». Το σκέφτεται, μας κοιτάζει: «Αποκλείεται –χάλια τα είπα, να τα πάμε άλλη μία από την αρχή»! Ο Μιχάλης χαμογελάει –τα ξαναπάμε, τα ξαναλέει μια χαρά, συνέντευξη σε δύο λήψεις λες και γυρίζουμε σκηνή μυθοπλασίας! «Συγνώμη ρε παιδιά, ήμουν αγχωμένη, τρέχω με χίλια πράγματα, θα σας δώσω τα τηλέφωνα από κάποιους άλλους να σας τα πουν καλύτερα», απολογείται ενώ ετοιμάζεται να φύγει τρέχοντας. Τι να της πεις;


Πάμε για τη σκηνή της μυθοπλασίας κι έχουμε 2 ηθοποιούς (Βάσω Καμαράτου, Βιργινία Κλαστάδα) και την Άντα Λαμπάρα την οποία την έχουμε βάλει σε τόσα γυρίσματα ώστε πλέον συγκαταλέγεται στους βετεράνους. Ηθοποιούς –έτσι; Φυσικά, τα κορίτσια βγάζουν μια πολύ βαριά σκηνή μέσα σε ένα τέταρτο και χωρίς να ζοριστούν. Κλασική κατάσταση…

Το γύρισμα τελειώνει με ένα ακόμα κομμάτι συνέντευξης του Φρανκ κι αυτό το κομμάτι είναι ανθρώπινο, ζεστό, συγκινητικό. Σαν το Φρανκ δηλαδή.


Πίνουμε κάτι μπύρες με τη Βάσω τη γυναίκα μου, τη Βάσω Καμαράτου, τη Βιργινία Κλαστάδα και το Νίκο Χανιώτη. Σαχλαμαρίζουμε ως συνήθως, ονειρευόμαστε την επόμενη δουλειά αυτής της ομάδας τώρα που τα γυρίσματα του Ασύλου τελειώνουν και τότε το συνειδητοποιώ: με 4 ακυρώσεις συμμετεχόντων, με προβλήματα σχετικά με τα μηχανήματα που χρησιμοποιούμε, με πρόβλημα σχετικό με το μέρος που θέλαμε να κάνουμε το γύρισμα κι όμως… το γύρισμα έγινε!
Δυο κολλητά γυρίσματα, 102 πιθανά και απίθανα προβλήματα. Κι ο Μιχάλης είναι ευχαριστημένος από το υλικό! Δηλαδή, δεν καταλαβαίνουμε Χριστό…

Πίνω ακόμα μια μπύρα στην υγειά αυτού του συνεργείου –άλλο που δεν ήθελα!


0 σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Twitter Delicious Facebook Digg Stumbleupon Favorites More

 
Design by Free WordPress Themes | Background by Toolbox | Bloggerized by Lasantha - Premium Blogger Themes | Enterprise Project Management